Wednesday 20 July 2011

Αυτή τη φορά ο Ωδησσέας δεν γύρισε.

Αυτή τη φορά ο Ωδησσέας δεν γύρισε.
Πράξη πρώτη…

Βράδυ, μα δεν είχε ακόμη σκοτεινιάσει… η μήπως δεν είχε σκοτεινιάσει επειδή ο ήλιος που καίει μέσα μας, που ζεσταίνει τις καρδιές μας με ελπίδα, για αυτόν ακόμη δεν είχε δύσει;

-         τι τρομεροί και απόκρημνοι γκρεμνοί
φέρνουν αέρηδες από τα υπόγεια νερά κάτω από τη γη,
σβήνουν την κραυγή που σηκώνεται στο λαιμό μου,
αυτή που ζητά λίγο από την βροχή σου. Πίστευα, πως όταν κάποιος ζητά κάτι με όλη του την ψυχή, κάποια ριμάδα στιγμή τα καταφέρνει να βρει τον δρόμο προς την Ιθάκη του. Σαν τον οδυσσέα, που μας μάθανε, όταν μας ερμινεύαν να μην καταθέτουμε ποτέ τα όπλα.

Μια φιγούρα δίπλα του στο σκοτάδι με την πλάτη γυρισμένη

-όχι! Δεν σου μάθανε να μην καταθέτεις τα όπλα... κι όμως δεν στο μάθανε. Σε σιχάθηκε η ψυχή μου… τρέξε για ακόμη μια φορά στους άνυνδρους θεούς σου και ζήτα τους να σε ποτίσουν αυτοί, να ικανοποιήσουν αυτοί την δίψα σου, να σε δω και εγώ άλλη μια φορά πόσο μόνος σου είσαι, να ευχαριστηθούν τα μάτια μου. Να σε δώ να μην ξέρεις που να τραβήξεις, να μην έχεις σκοπό. Να δω τότε τι θα μου ψιθυρίσεις για άλλη μια φορά στο σκοτάδι.

ο άνθρωπος κάθεται πάνω σε ένα βράχο, δίπλα από ένα γκρεμό, και ακούγονται στο σκοτάδι τα κύματα να σκάνε πάνω στον γρανιτένιο όγκο της γης.

 -ξεκίνησα…

-σταμάτησες όμως!!! Έπεσες!!!

-ξανασηκώθηκα… ξανασηκώθηκα, μόνο για να ξαναπέσω…
Το ξέρω πως οι θεοί μου είναι άπιαστοι και δεν είναι εδώ για να με βοηθήσουν και έτσι βοήθεια δεν ζητώ. Από σένα όμως ζητώ, ζητώ να με αφήσεις να μείνω ο εαυτός μου. Κουράστηκα να πρέπει να αλλάζω. Μπορεί αυτή να είναι η ιθάκη που ο κάθε άνθρωπος ψάχνει.

Η φιγούρα που ήταν σκυφτή σηκώνει το κεφάλι. Τα μακριά μαλλιά του πέφτουν πάνω στην ακάλυπτη πλάτη του. Φαίνεται να κρυώνει, και η όλη κίνηση μπλέκει με την έκπληξη των λεγόμενων του ανθρώπου. Ο άνθρωπος συνεχίζει.

-Άκουγα τις φωνές των παιδιών. Τις ζήλευα… παίζανε τα απογεύματα στο δάσος… έστριβα όπως έστριβε ο δρόμος, και να τα εκεί, να παίζουν και να φωνάζουν και να ξεχειλίζει η χαρά και η φαντασία. Και γω έστριβα σαν ο δρόμος έστριβε, και χανόμουν και χανόταν και η χαρά και χανόταν η φαντασία. Και ίσιωνε ο δρόμος και ίσιωνα και γω τα βήματά μου, μια μεγάλη στροφή ο δρόμος… και ακολουθούσαν τα βήματά μου. Και πήγαινα όπου με πήγαινε και νόμιζα πως και γώ προς την χαρά ότι πήγαινα. Και όταν έφτανα και τελείωνε ο δρόμος… το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν για άλλη μια φορά να τον βαδίσω ανάποδα. Να γυρίσω πίσω…

-να γυρίσεις πίσω…που…;

-και γυρνούσα πίσω και ξανά έστριβα όπου ο δρόμος έστριβε και δεν άκουγα τις παιδικές φωνές πια και περνούσα από το δάσος και δεν έβλεπα παιδιά… είχε νυχτώσει και είχαν φύγει… απόκαμαν από το παιχνίδι, χόρτασαν χαρά, ξέσπασαν σε γέλια την φαντασία τους… και γω να θέλω να ξεσπάσω σε κλάματα…

-και δεν ξέσπαγες γιατί ήξερες! Ήξερες πως ο μόνος που έφταιγε ήσουν εσύ. Που δεν ένιωθες τους ανέμους που είχανε αλλάξει.

Η φιγούρα στρίβει το κεφάλι της και τον κοιτά. Φωτίζεται το πρόσωπο και φορά μια περικεφαλαία απλή, μεσαιωνική.

-δεν ένιωθες τους ανέμους που είχαν αλλάξει. δεν ήθελες να καταλάβεις. Ευκαιρίες στους θνητούς έρχονται σπάνια… ο άνθρωπος δεν τις περιφρονεί. Τι νομίζεις; Πως κάθε φορά θα φτιάχνεις μόνος σου τις ευκαιρίες σου; είσαι τίποτα. Θνητός είσαι και θα πρέπει να αλλάζεις με τους τρόπους που οι ευκαιρίες έρχονται.

-μα τότε ποιος θα είμαι;

-         γιατί τώρα τι είσαι; Δεν ξέρεις ούτε τώρα τι είσαι.

-         είμαι αυτός που έφτασε ως εδώ με τις δικές του πράξεις.

Ο άνθρωπος σηκώνεται από τον βράχο που κάθεται, πέφτει φως και στο δικό του πρόσωπο… φοράει και αυτός την ίδια περικεφαλαία.

-και μου είπε πως είναι καλύτερα και για τους δυό μας. Και κοίταξε για άλλη μια φορά το ρολόι της και γύρισε να φύγει… στάσου, την έπιασα από το μπράτσο και μετά το χέρι. Και με πέταξε κάτω στο χώμα. Φεύγοντας, με σκέπασε με ένα σάλι που της είχα χαρίσει και το είχα πλέξει και ξεπλέξει τις ώρες που την περίμενα. Σα σάβανο το πέταξε πάνω μου. Και έτσι ήλπιζα, πως με το σκέπασμα των νεκρών, με το χώμα των νεκρών πως και τα συναισθήματά μου και η μνήμη μου θα πέθαιναν και αυτά. Νεκρά μπρός στο χρόνο και τη λήθη να στέκονται και να ανοίγω εγώ τα παράθυρα από το σπίτι μου το βράδυ. Να τρεμοπαίζουν τα κεριά και να αυτοκτονούν πάνω τους οι πεταλούδες. Και γώ να μην τις προσέχω μέσα σε αυτή την ατέλειωτη νύχτα. Γιατί δεν θα αισθάνομαι. Και θα με κοιτούν τα χρυσωμένα μάτια των θηρίων της νύχτας και τα αναμμένα των ανθρώπων. Θα κοιτούν τα δικά μου τα καρβουνιασμένα, τα σβηστά σαν το φυτίλι του κεριού το ξημέρωμα. Και γω δεν θα νιώθω τίποτα… θα έχω νεκρώσει τα συναισθήματα μου… και δεν θα την περιμένω να γυρίσει. Και θα καλοκαιριάζει μέσα στον χειμώνα και την απαλότητα των ανέμων του που κυκλώνουν τις μέρες του. Και δεν θα μου λείπει, και θα προσέχω την βροχή να λιώνει το χιόνι και δεν θα πονώ… και θα κοιτώ την αγριεμένη θάλασσα να ρίχνει τα κύματά  της πάνω στα βράχια και δεν θα μου την θυμίζουν όλα. Όμως μάταια να προσπαθώ να γίνω δολοφόνος του εαυτού μου. Όταν αρνείσαι τα συναισθήματά σου αρνήσαι εσένα τον ίδιο. Πως μπορεί το δέντρο να κόψει τις ρίζες του, πως μπορεί να πετάξει με μιάς όλα τα φύλα του την άνοιξη και να μη ξεραθεί; Ζητούσα τότε να ήταν εδώ. Μαζί μου… να μην χρειάζεται να γυρίσω εγώ… και αισθανόμουν…

-αισθανόσουν σκλάβος!!

-όχι!!! Δεν ήμουν σκλάβος
!!! (με μια κίνηση λύνει το μενταγιόν που φορούσε στο λαιμό του και το πετά στο πάτωμα)

-…(τον κοιτά η φιγούρα και αργά και απρόθυμα βγάζει και το δικό του από το λαιμό και το ακουμπά αργά στο πατωμα)

-         δεν ήμουν σκλάβος…

-         αυτό που έκανες θα το μετανιώσεις..!

-         μπορεί να ήμουν όμηρος, όχι σκλάβος. Ναι!!! Δεν ήμουν σκλάβος.

-         Τους ήρωές σου νομίζεις πως μοιάζεις… σε βλέπω τώρα πως τρέμεις… απόψε ανέτειλε ένα καλύτερο φεγγάρι κοίτα! Σιωπηλά κοίτα. Καταραμένος να ‘σαι. Καταραμένος στην αγάπη και το πάθος, θα φροντίζω εγώ. Για μένα πετάει το αποψινό φεγγάρι.

Ο άνθρωπος τον κοιτάει καθώς με τη λάμα ενός μαχαιριού σημαδεύει την παλάμη του

-         το βλέπω το φεγγάρι σου. Για σένα πετά, μα σε μένα χαμογελά, το φεγγάρι δεν είναι για σκλάβους…

-         το φεγγάρι είναι σκλάβος όμως.

-         Δεν είναι σκλάβος όποιος την δικιά  του θέληση ακολουθεί
-         Άσυλο να γυρέψεις… σε προειδοποιώ.

Ο άνθρωπος πλησιάζει την φιγούρα…

- κάνε πίσω!!!
Υπακούει ο άνθρωπος και κάνει πίσω κοιτώντας τη φιγούρα.

-σκέφτομαι…είναι ακόμη μια μέρα και ακόμη μια μέρα… αγαπημένη θάλασσα… θέλω να πάρω πίσω στο σπίτι μαζί μου το κόκκινο ιστίο μου… κόντευα να τρελαθώ μερικές φορές.

-         ήταν μέρες που σκοτάδια κύκλωναν την νοσταλγημένη πόλη. Και κοίταγα έξω από το παράθυρο μέσα στην ηχώ του σκοταδιού… και άκουγα τα κοπάδια να χάνονται μέσα στις υγρές σπηλιές. Και κοίταγα στα μάτια του σκοταδιού, και σε φανταζόμουν να κάνεις τα ταξίδια σου. Και σε περίμενα υπομονετικά να γυρίσεις πίσω. Να σε δώ να βαδίζεις στο κατώφλι. Να βάζεις το κλειδί στην κλειδαριά, να ανοίγεις την πόρτα και να ζητάς την συμβουλή μου. Και όλα τα χρόνια που λείπεις να με γερνάν μα να μην αλλάζω. Να μην υποκύπτω στις πράξεις που κατακλύζουν το σπίτι μου. Και ο πόνος που υποφέρει ποτέ να μην ανασαίνει. Που ήσουνα; Που ήσουν;

Ο άνθρωπος σιγοτραγουδά.
    - άνοιξα την πόρτα και μου την κλείσανε,
Άρπαξα τον χρόνο και καρτέρι έστησα,
Που ήμουνα; Όταν τους αέρηδες λύσανε;
Που ήμουν; Όταν τον τύμβο μου έχτιζα.

Στο βυθό που ο γιλγαμές το βοτάνι βρήκε,
Έριξα μαχαίρι και έχυσα κρασί,
Το μαχαίρι βαθιά στο σώμα μπήκε,
Και το κρασί, αίμα να το πιεις εσύ.

 Η φιγούρα σκίζει ένα κομμάτι από το ρούχο του και του το πετάει.

-         σταμάτα!!!
Ο άνθρωπος το παίρνει και δένει με αυτό την πληγή του.


(τέλος της πρώτης πράξης)






No comments:

Post a Comment