Saturday 23 July 2011

Στοιχειά του βάλτου


Στοιχειά του βάλτου


Στα μέρη αυτά βαλτοτόπια καταπίνουνε στρατούς.
Ζώα άγνωστα και τεράστια δαμάλια στην ησυχία του εσπερινού, ακούς να βρυχούνται απο κει μέσα.
Εδώ ο κόσμος είναι απλός και μέσα στην φτώχια , το ποδάρι βουτά
στο υγρό χώμα και χωμάτινο παππούτσι φτιάνει,
από λάσπη και από ήλιο.

ΣΝΚ

Friday 22 July 2011

Νύμφες του Αχελώου


Νύμφες του Αχελώου

Εδώ είναι τα Δάσα με τα πλατάνια,
όπου οι γυναίκες πλένουν τα ρούχα στα τρεχάτα νερά και την άσπρη λεία πέτρα,
όπου καθρεπτίζεται το νερό σαν πέσει ο ήλιος πάνω του.

Εδώ βατράχια ζουν αρχαία,
ψάρια μαύρα με χοντρά τα κεφάλια και ποδάρια χορταίνουν
τον βοσκό,
και το καθάριο ρέμα ξεδιψά τα αρνιά.

Σκάς και ζαλίζεσαι απ' το οξυγόνο και πέφτεις σε ύπνο βαθύ και ανήσυχο.
Τα φαντάσματα των δέντρων και των νερών οι νύμφες, τότε εισβάλουν στα όνειρά σου,
 και.. χορεύουν... σε αγαπούν, σε μισούν, σε συνεπαίρνουν…

ΣΝΚ 





Wednesday 20 July 2011

Αυτή τη φορά ο Ωδησσέας δεν γύρισε.

Αυτή τη φορά ο Ωδησσέας δεν γύρισε.
Πράξη πρώτη…

Βράδυ, μα δεν είχε ακόμη σκοτεινιάσει… η μήπως δεν είχε σκοτεινιάσει επειδή ο ήλιος που καίει μέσα μας, που ζεσταίνει τις καρδιές μας με ελπίδα, για αυτόν ακόμη δεν είχε δύσει;

-         τι τρομεροί και απόκρημνοι γκρεμνοί
φέρνουν αέρηδες από τα υπόγεια νερά κάτω από τη γη,
σβήνουν την κραυγή που σηκώνεται στο λαιμό μου,
αυτή που ζητά λίγο από την βροχή σου. Πίστευα, πως όταν κάποιος ζητά κάτι με όλη του την ψυχή, κάποια ριμάδα στιγμή τα καταφέρνει να βρει τον δρόμο προς την Ιθάκη του. Σαν τον οδυσσέα, που μας μάθανε, όταν μας ερμινεύαν να μην καταθέτουμε ποτέ τα όπλα.

Μια φιγούρα δίπλα του στο σκοτάδι με την πλάτη γυρισμένη

-όχι! Δεν σου μάθανε να μην καταθέτεις τα όπλα... κι όμως δεν στο μάθανε. Σε σιχάθηκε η ψυχή μου… τρέξε για ακόμη μια φορά στους άνυνδρους θεούς σου και ζήτα τους να σε ποτίσουν αυτοί, να ικανοποιήσουν αυτοί την δίψα σου, να σε δω και εγώ άλλη μια φορά πόσο μόνος σου είσαι, να ευχαριστηθούν τα μάτια μου. Να σε δώ να μην ξέρεις που να τραβήξεις, να μην έχεις σκοπό. Να δω τότε τι θα μου ψιθυρίσεις για άλλη μια φορά στο σκοτάδι.

ο άνθρωπος κάθεται πάνω σε ένα βράχο, δίπλα από ένα γκρεμό, και ακούγονται στο σκοτάδι τα κύματα να σκάνε πάνω στον γρανιτένιο όγκο της γης.

 -ξεκίνησα…

-σταμάτησες όμως!!! Έπεσες!!!

-ξανασηκώθηκα… ξανασηκώθηκα, μόνο για να ξαναπέσω…
Το ξέρω πως οι θεοί μου είναι άπιαστοι και δεν είναι εδώ για να με βοηθήσουν και έτσι βοήθεια δεν ζητώ. Από σένα όμως ζητώ, ζητώ να με αφήσεις να μείνω ο εαυτός μου. Κουράστηκα να πρέπει να αλλάζω. Μπορεί αυτή να είναι η ιθάκη που ο κάθε άνθρωπος ψάχνει.

Η φιγούρα που ήταν σκυφτή σηκώνει το κεφάλι. Τα μακριά μαλλιά του πέφτουν πάνω στην ακάλυπτη πλάτη του. Φαίνεται να κρυώνει, και η όλη κίνηση μπλέκει με την έκπληξη των λεγόμενων του ανθρώπου. Ο άνθρωπος συνεχίζει.

-Άκουγα τις φωνές των παιδιών. Τις ζήλευα… παίζανε τα απογεύματα στο δάσος… έστριβα όπως έστριβε ο δρόμος, και να τα εκεί, να παίζουν και να φωνάζουν και να ξεχειλίζει η χαρά και η φαντασία. Και γω έστριβα σαν ο δρόμος έστριβε, και χανόμουν και χανόταν και η χαρά και χανόταν η φαντασία. Και ίσιωνε ο δρόμος και ίσιωνα και γω τα βήματά μου, μια μεγάλη στροφή ο δρόμος… και ακολουθούσαν τα βήματά μου. Και πήγαινα όπου με πήγαινε και νόμιζα πως και γώ προς την χαρά ότι πήγαινα. Και όταν έφτανα και τελείωνε ο δρόμος… το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν για άλλη μια φορά να τον βαδίσω ανάποδα. Να γυρίσω πίσω…

-να γυρίσεις πίσω…που…;

-και γυρνούσα πίσω και ξανά έστριβα όπου ο δρόμος έστριβε και δεν άκουγα τις παιδικές φωνές πια και περνούσα από το δάσος και δεν έβλεπα παιδιά… είχε νυχτώσει και είχαν φύγει… απόκαμαν από το παιχνίδι, χόρτασαν χαρά, ξέσπασαν σε γέλια την φαντασία τους… και γω να θέλω να ξεσπάσω σε κλάματα…

-και δεν ξέσπαγες γιατί ήξερες! Ήξερες πως ο μόνος που έφταιγε ήσουν εσύ. Που δεν ένιωθες τους ανέμους που είχανε αλλάξει.

Η φιγούρα στρίβει το κεφάλι της και τον κοιτά. Φωτίζεται το πρόσωπο και φορά μια περικεφαλαία απλή, μεσαιωνική.

-δεν ένιωθες τους ανέμους που είχαν αλλάξει. δεν ήθελες να καταλάβεις. Ευκαιρίες στους θνητούς έρχονται σπάνια… ο άνθρωπος δεν τις περιφρονεί. Τι νομίζεις; Πως κάθε φορά θα φτιάχνεις μόνος σου τις ευκαιρίες σου; είσαι τίποτα. Θνητός είσαι και θα πρέπει να αλλάζεις με τους τρόπους που οι ευκαιρίες έρχονται.

-μα τότε ποιος θα είμαι;

-         γιατί τώρα τι είσαι; Δεν ξέρεις ούτε τώρα τι είσαι.

-         είμαι αυτός που έφτασε ως εδώ με τις δικές του πράξεις.

Ο άνθρωπος σηκώνεται από τον βράχο που κάθεται, πέφτει φως και στο δικό του πρόσωπο… φοράει και αυτός την ίδια περικεφαλαία.

-και μου είπε πως είναι καλύτερα και για τους δυό μας. Και κοίταξε για άλλη μια φορά το ρολόι της και γύρισε να φύγει… στάσου, την έπιασα από το μπράτσο και μετά το χέρι. Και με πέταξε κάτω στο χώμα. Φεύγοντας, με σκέπασε με ένα σάλι που της είχα χαρίσει και το είχα πλέξει και ξεπλέξει τις ώρες που την περίμενα. Σα σάβανο το πέταξε πάνω μου. Και έτσι ήλπιζα, πως με το σκέπασμα των νεκρών, με το χώμα των νεκρών πως και τα συναισθήματά μου και η μνήμη μου θα πέθαιναν και αυτά. Νεκρά μπρός στο χρόνο και τη λήθη να στέκονται και να ανοίγω εγώ τα παράθυρα από το σπίτι μου το βράδυ. Να τρεμοπαίζουν τα κεριά και να αυτοκτονούν πάνω τους οι πεταλούδες. Και γώ να μην τις προσέχω μέσα σε αυτή την ατέλειωτη νύχτα. Γιατί δεν θα αισθάνομαι. Και θα με κοιτούν τα χρυσωμένα μάτια των θηρίων της νύχτας και τα αναμμένα των ανθρώπων. Θα κοιτούν τα δικά μου τα καρβουνιασμένα, τα σβηστά σαν το φυτίλι του κεριού το ξημέρωμα. Και γω δεν θα νιώθω τίποτα… θα έχω νεκρώσει τα συναισθήματα μου… και δεν θα την περιμένω να γυρίσει. Και θα καλοκαιριάζει μέσα στον χειμώνα και την απαλότητα των ανέμων του που κυκλώνουν τις μέρες του. Και δεν θα μου λείπει, και θα προσέχω την βροχή να λιώνει το χιόνι και δεν θα πονώ… και θα κοιτώ την αγριεμένη θάλασσα να ρίχνει τα κύματά  της πάνω στα βράχια και δεν θα μου την θυμίζουν όλα. Όμως μάταια να προσπαθώ να γίνω δολοφόνος του εαυτού μου. Όταν αρνείσαι τα συναισθήματά σου αρνήσαι εσένα τον ίδιο. Πως μπορεί το δέντρο να κόψει τις ρίζες του, πως μπορεί να πετάξει με μιάς όλα τα φύλα του την άνοιξη και να μη ξεραθεί; Ζητούσα τότε να ήταν εδώ. Μαζί μου… να μην χρειάζεται να γυρίσω εγώ… και αισθανόμουν…

-αισθανόσουν σκλάβος!!

-όχι!!! Δεν ήμουν σκλάβος
!!! (με μια κίνηση λύνει το μενταγιόν που φορούσε στο λαιμό του και το πετά στο πάτωμα)

-…(τον κοιτά η φιγούρα και αργά και απρόθυμα βγάζει και το δικό του από το λαιμό και το ακουμπά αργά στο πατωμα)

-         δεν ήμουν σκλάβος…

-         αυτό που έκανες θα το μετανιώσεις..!

-         μπορεί να ήμουν όμηρος, όχι σκλάβος. Ναι!!! Δεν ήμουν σκλάβος.

-         Τους ήρωές σου νομίζεις πως μοιάζεις… σε βλέπω τώρα πως τρέμεις… απόψε ανέτειλε ένα καλύτερο φεγγάρι κοίτα! Σιωπηλά κοίτα. Καταραμένος να ‘σαι. Καταραμένος στην αγάπη και το πάθος, θα φροντίζω εγώ. Για μένα πετάει το αποψινό φεγγάρι.

Ο άνθρωπος τον κοιτάει καθώς με τη λάμα ενός μαχαιριού σημαδεύει την παλάμη του

-         το βλέπω το φεγγάρι σου. Για σένα πετά, μα σε μένα χαμογελά, το φεγγάρι δεν είναι για σκλάβους…

-         το φεγγάρι είναι σκλάβος όμως.

-         Δεν είναι σκλάβος όποιος την δικιά  του θέληση ακολουθεί
-         Άσυλο να γυρέψεις… σε προειδοποιώ.

Ο άνθρωπος πλησιάζει την φιγούρα…

- κάνε πίσω!!!
Υπακούει ο άνθρωπος και κάνει πίσω κοιτώντας τη φιγούρα.

-σκέφτομαι…είναι ακόμη μια μέρα και ακόμη μια μέρα… αγαπημένη θάλασσα… θέλω να πάρω πίσω στο σπίτι μαζί μου το κόκκινο ιστίο μου… κόντευα να τρελαθώ μερικές φορές.

-         ήταν μέρες που σκοτάδια κύκλωναν την νοσταλγημένη πόλη. Και κοίταγα έξω από το παράθυρο μέσα στην ηχώ του σκοταδιού… και άκουγα τα κοπάδια να χάνονται μέσα στις υγρές σπηλιές. Και κοίταγα στα μάτια του σκοταδιού, και σε φανταζόμουν να κάνεις τα ταξίδια σου. Και σε περίμενα υπομονετικά να γυρίσεις πίσω. Να σε δώ να βαδίζεις στο κατώφλι. Να βάζεις το κλειδί στην κλειδαριά, να ανοίγεις την πόρτα και να ζητάς την συμβουλή μου. Και όλα τα χρόνια που λείπεις να με γερνάν μα να μην αλλάζω. Να μην υποκύπτω στις πράξεις που κατακλύζουν το σπίτι μου. Και ο πόνος που υποφέρει ποτέ να μην ανασαίνει. Που ήσουνα; Που ήσουν;

Ο άνθρωπος σιγοτραγουδά.
    - άνοιξα την πόρτα και μου την κλείσανε,
Άρπαξα τον χρόνο και καρτέρι έστησα,
Που ήμουνα; Όταν τους αέρηδες λύσανε;
Που ήμουν; Όταν τον τύμβο μου έχτιζα.

Στο βυθό που ο γιλγαμές το βοτάνι βρήκε,
Έριξα μαχαίρι και έχυσα κρασί,
Το μαχαίρι βαθιά στο σώμα μπήκε,
Και το κρασί, αίμα να το πιεις εσύ.

 Η φιγούρα σκίζει ένα κομμάτι από το ρούχο του και του το πετάει.

-         σταμάτα!!!
Ο άνθρωπος το παίρνει και δένει με αυτό την πληγή του.


(τέλος της πρώτης πράξης)






Η Μέρα

Ένα μειδίαμα και μια βαθειά εισπνοή…
Άφησε τον αέρα που ελπίζεις να σε ανακουφίσει,
Σαν την τελευταία σου αναπνοή…

Ξαπλωμένος κοιτώ πίσω στα μάτια την ζωή…
Αμφιβολίες και σιωπές το μοναχικό μυαλό μου έχουνε γεμίσει,
Ευχές για να ξανακούσω την δικιά σου φωνή…

Χωρίς χρόνο η μέρα…
Γυρνώντας γύρω, γύρω στα ίδια εγκλήματα.
Πιστεύεις στη μέρα;
Το ίδιο τέλος στα διαφορετικά ξεκινήματα.

Σαν άνεμος έρχεται η απάντηση στην κάθε κραυγή…
Ας μαζευτούν οι μοίρες να μου πουν τι έχουν αποφασίσει,
Και θα αφήσω τον εαυτό μου να λιώσει στα χέρια τους σαν κερί.

άνεμος που απομακρύνει τα κομμάτια μου κάθε στιγμή…
σπασμένα όνειρα και σκορπισμένη αγάπη με έχουν διαμελίσει,
οι δείκτες του ρολογιού, ξίφη που μου τρυπάνε το κορμί…

Χωρίς χρόνο η μέρα…
Γυρνώντας γύρω, γύρω στα ίδια εγκλήματα.
Πιστεύεις στη μέρα;
Το ίδιο τέλος στα διαφορετικά ξεκινήματα.

Ναι…
Χωρίς χρόνο η μέρα…
Σε κοιτώ στα μάτια, δεν έχουν χώρο για μένα.
Πιστεύεις στη μέρα;
Ας κρατήσει για πάντα, η τελευταία που είδα εσένα.

ΣΝΚ



Tuesday 19 July 2011

Deep wondering and waiting

On road in inspiration,
The red cables in sadness dreams.
In crossing lands and incarnation,
Mountains shaping in water’s ways…
And uncover scenes…
Scenes of under water caves…

I looked up at the crown of the king,
And imprisoned in the waking sun,
He looks at me while I take away his wending ring…
what is the cause for me to die- like run..
he is behind me- run like the wind…

I m waiting for carts in the road side,
Letting my mind slip away and fly,
A million women whipped and cried,
A thousand armies waited for their time to die.
The king approaches me and looks at it…
The wending ring…

Be aware of the bats that sleep,
They may not see but taste every dream…
I wait for you, you wait for him,
Is it wrong, or am I asleep?

I see you closing laughter in boxes,
And sadness in your tv

A mighty dream,
A delirious cream,

A voice in your plate screaming…
A chance of death,
A heated breath,

A cup of wine is wining- all over you…
A part of role,
The birds mall,
A happy end for the feeling…

He stands alone…
He blocks my tone…
And is jealous of me dreaming…

Looping in brandy,
And in cups of apples.
I see the good night, good bye,
In the coming ours…
Tomorrow night,

He’ll be back to me,
To chase me away…
And another day,
He may just kill me…
You take his hand,

Put it in yours,
And I’ll see you go together away…
You speak my name,
He speaks my words,
“she is an angel,
Him a creation,
Of the present that is spoken by fools”

So
Look at those rapes of emotions that bind me,
Your diagnose is blinding me…
I wish for a court yard full of stones…
For a hiding place from rules…

I wish for someone like you,
I wait for some peaces of truth,
In loneliness wondering and waiting…

Him shouting at me,
I’ll shout at you.
Heart of the evening bloom,

The morning comes and its gone too…

I do leave this place,
Often lately,
I know that I should stay,
But I hope I’ll die one of these days…

I’m running still,
In running roads of dreams…
Reminding me of you,
And your sudden glimpse…
I go to other places,
Alone than with constant company…
I see the smiles on paintings,
And shiny stars on reflecting waters…
I count the peoples sympathy,
And ask for a place of waiting…
As long as the witnesses apologize in court,

I’ll escape in a hat,
From the tea-cup man…
The murder is all exulted,
And the truth is all raped…
I wait for my brother call,
And he reminds me that I’m a only-child…
So I stand alone,

In deep wondering and waiting…
I look out from the window,
Look at my love’s node…
The flight is out of time,
The hours in the wall seam pinned,
And you see that tinny rhyme,
Of deep wondering and waiting,
Cannot be taught how to be plaid
To me…

ΣΝΚ

ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ Η ΦΛΟΓΑ

Κόκκινα χαλιά στρωθήκαν
και ανάψαν τα καντήλια.
Από φωτιές που σβήσανε
Κάτω από σιδερένιες μπότες.

Και ο ποιητής που έγραφε,
Τις νύχτες στο περβάζι
Τις φωτιές τούτες θα άναβε,
Και τις προστάτευε απ’ τ’ αγιάζι.

Και όλο κραυγή τα σώματα,
Που άκουγαν στην τρέλα,
Αυτή που τις μπότες έβανε
Να σβήνουνε τη φλόγα.

Μα όταν αίμα μαύρο, έτρεξε,
Και στο κάρβουνο εχωθεί,
Των αθώων ποιητών θε να τανε
Γι’ αυτό και η φωτιά... εσώθει.


ΣΝΚ

Η ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ ΤΩΝ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΩΝ

Στην άμμο,
Στο ακρογιάλι…
Ο πύργος,
Ο φάρος…
Να χωρίζει το φως από το σκοτάδι…

και αυτός που πάντα με τα στοιχειά μιλούσε…
Με αριθμούς δεν ήξερε να μετρά,
Μα ώρες ζωής μετρούσε…

Σε νύχτα που χωρίζει εποχές,
Στις αχνές του φάρου φωνές ριγούσε…

Στο τελείωμα της μέρας,
Σχεδόν νύχτα…
Τα βράχια στον ουρανό…
Ότι είναι πάνω είναι και κάτω…

Θέλω να περπατήσω πάνω στη θάλασσα…
Όπου όλα τα κομμάτια μου,
Θα ξέρουν ότι έχω χάσει τον δρόμο μου…
Άπλωνα κάποτε τα χέρια μου να ζητήσω,
Μα τώρα τα κρατώ για το άδειο κεφάλι μου…
Ακούμπησμα και στήριγμα για τις ώρες του ύπνου…
Θα ξυπνήσω ποτέ;

Ωκεανοί γύρω μου…
Όπου πατώ νερό…
Και καταδικασμένος να βλέπω το είδωλό μου,
Περιμένω τις νύχτες χωρίς φεγγάρια για να ξεγλιστρήσω από το φως του φάρου…
Περιοδική μαχαιριά…
Είναι εδώ γύρω κανείς…
Να πάρει το χέρι μου…
Να μου πει πως έφτασε ο χρόνος…

Όλα αυτά τα λαμπιρίσματα με σκιάζουν…
Όλα αυτά τα γέλια που ακούω μέσα μου με μελαγχολούν…
Είναι δύσκολο να κάνεις κάποιον να γελά…
Μα μερικές φορές μου φτάνει η σκέψη του χαμόγελού σου..
Μακάρι να μπορούσα να ακολουθήσω χνάρια στην άμμο,
Χωρίς να ξέρω πως σημαίνει σίγουρο θάνατο…

Μόνος στην ακτογραμμή…
Μόνος αλλά όχι ανάξιος…
Μόνος περίμενα για τόσο καιρό…
Απέφευγα τους Φαροφύλακες…

Ένας καρχαρίας κολυμπά στις θάλασσες της ψυχής μου,
Αρπάζει τις πληγωμένες φωνές μου που ζητούν βοήθεια,
Και ποτέ δεν βγαίνουν από το στόμα μου…
Τα πληγωμένα όνειρά μου,
Πιο σοφά,
Μαζεύονται στις αποθήκες της ντροπής μου…
Τα νιάτα μου γελούν στις αυλές του σπιτιού μου που δεν ξέρω αν ξαναδώ…
Και ο γέρος εαυτός μου με γυρνά πίσω στην πραγματικότητα…
Και ‘γω γυρίζω μέσα μου…
Ξέρω ότι δεν είναι ήρωωας και δεν θα ξεθωριάσω ποτέ…
Μα και ‘γω για λύτρωση έχω τον θάνατο…

Τρέχω πίσω…
Τρέχω πίσω…
Πίσω...
Πίσω…

Γιατί δεν νιώθω πλέον ανέμους από την δύση…;
Τελειώσανε άραγε οι μέρες που δύανε εκεί;
Για μένα μάλλον τελειώσανε…
Δεν θα ξαναμοιραστώ το φιλί σου…
Κάποια πράγματα δεν μοιράζονται…
Αν μπορούσα να μοιραστώ τους προηγούμενους έρωτές σου,
Με σένα θα καταλάβαινες τον πόνο μου…
Και αν δεν είχα τα σύννεφα της αύρας για στρώμα…
Δεν θα ήξερα που και πώς να πετάξω…
Μα δεν το κάνω…

Ακόμη νύχτα….
Και τα στοιχειά του μάθανε να μετρά,
Με αριθμούς που οι άνθρωποι ποτέ δεν μάθανε…
Με αριθμούς που μετράν τα βαθύτερα συναισθήματα…
Με αριθμούς που δεν περιμένουν κανένα…
Και που κανείς δεν περιμένει να μάθει ποτέ να μετρά με αυτούς…

Μέσα στην άπειρη αγάπη μου…
Μέσα στην άπειρη μοναξιά μου…
Μέσα στις άπειρες στιγμές…
Και ξεκινά να ακολουθεί τα χνάρια στην άμμο…
Αυτά που ποτέ δεν τολμούσε…

Στην άμμο,
Στο ακρογιάλι…
Ο πύργος,
Ο φάρος…
Να χωρίζει το φως από το σκοτάδι…

Κλειστές πορτές,
Μα πάντα ανοιχτές για αυτούς που το πήραν απόφαση…
Δεν θέλω θαύματα από τις ξέχειλες ώρες μας…
Καμιά ανάγκη δεν φωτίζει τόσο τα σκοτάδια όσο αυτή για λίγες αναλαμπές ευτυχίας…
Και έτσι όπως στέκομαι…
Πίσω με τραβά το χάσιμο της ζωής μου…
Θα ανθίσουν άραγε ποτέ λουλούδια στα βράχια της παραλίας;
Να πάρω τους μίσχους τους και να δέσω τα χέρια μου…
Να πάρω τα πέταλά τους και να στα βάλω στα χέρια…
Και τότε να με πνίξεις…
Γιατί με αφήνεις να σε ξεχάσω,
Από τη στιγμή που δεν ξέρω αν θα με θυμάσαι εσύ…
Έτσι μόνη σκέψη μου είναι τα πράγματα που γίναν…

Και για τους ουρανούς,
Είμαι αποκαμωμένος…
Ψεύτικα σύννεφα στους ουρανούς,
Και πού θα είναι το σπίτι μου αν πεθάνω…
Ίσως να απλώσω την λύπη μου στην θάλασσα…
Και να μην πλησιάζω λιμάνι…
Αφού κανένα δεν έχει μείνει χωρίς φάρο…

Ίσως μέσα στο φως να ξαπλώσω,
Εκεί που δεν θα νιώθω την παρουσία της νύχτας…
Ίσως αν ακούσεις τις τελευταίες μου λέξεις,
Θα ξέρω πως δεν έχω χρόνο,
Γιατί δεν με αφήνω να μείνω μόνος μου,

Να πετάξω ελεύθερος.!!
Δεν με αντέχω να με κοιτώ στα μάτια!!!
Γιατί δεν με αφήνω να μείνω μόνος μου,
Να πετάξω ελεύθερος.!!

Εκεί!!
Ο φάρος!!!

Δες το φώς!!!
Μέσα στην τρέλα μου οι αναμνήσεις μου…

Ο φάρος,
Η πόρτα ανοίγει με το κλειδί στην τσέπη μου…
Οι σκάλες,
Καλύτερα να βρώ την αμμουδιά…

Η κορυφή!!
Στέκομαι στον ορίζοντα…
Φαίνεται να έχω χάσει την πορεία μου…
Και το φως δυνατό…
Ξέπλυνε την λύπη…

Εγώ θα κυνηγήσω την εμπειρία μου…

Είμαι πολύ κοντά στο φώς!!!

Δεν βλέπω καλά!!!

τυφλώνομαι!!!

ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!

Ακούω την θάλασσα να πλησιάζει,
Που είναι τα χέρια μου και που τα πόδια μου…
Κάποιος να με διδάξει πώς να το κάνω!
Ακούω την θάλασσα να πλησιάζει…
Περισσότερο…

Που είναι το κεφάλι μου;
Θέλω τελικά να ζήσω…
Να απλωθώ στα λιμάνια,
Αλλά η θάλασσα θα με τραβήξει βαθιά…
Ωκεανοί, βρέχουν τα πόδια μου…
Θα απλώσω τα χέρια μου στην ανατολή του ήλιου,
Ξέρω ότι δεν θα με σώσει,
Μα θα σε νιώσω εκεί…

Νιώθω να πνήγομαι…

Μα η γαλήνη των βασιλιάδων,
Με κάνει να μη νιώθω και πολύ άσχημα τώρα…
Θα αρχίσω να σκέφτομαι θετικά τώρα…
Για όση ώρα μου απομένει…
ΣΝΚ