Thursday 27 October 2011

Το Σημείο Του Φωτός. Ο Προβολέας.


Εδώ κάτω, σε τούτα τα χωράφια τα ξερά, τέτοια εποχή. Τέτοια ώρα πιά λευκά, από την βραδυνή πάχνη. Δαγκώνει το κρύο που σέρνεται και βρήσκει τον δρόμο του μέσα στο δωμάτιο από τις όχι και τόσο καλές επαφές των παραθύρων.
Εδώ λοιπόν, που λίγοι πλέον ζητούνε το ηλεκτρικό φώς, και προτιμούνε τη φλόγα. Τη φωτιά, γιατί δεν τους δίνει όραση μονάχα, αλλά τους ζεσταίνει κιόλα αυτές τις νύχτες τις ριμάδες. Τα βράδια αυτά που το νεφέλωμα χαμηλώνει να κάνει παρέα στη μάνα γή, να ψαπλώσει πάνω της, να της χαιδέψει τα μαλλιά.
Εδώ, εδώ ναι…  Το βρήκα, πως η ποίηση και η μουσική, με τα πολυερμήνευτα νοήματά τους, είναι οι καλύτεροι τρόποι να εκφράσεις την απογοήτεση για αυτό τον κόσμο. Να εκφράσεις  τα πιστεύω σου, να χαρακτηρίσεις το τσίρκο των ανθρώπων.
Λιοντάρια με λιμαρισμένα τα δόντια… Ελάτε κυρίες και κύριοι και μικρά παιδιά, περάστε στο σπίτι με τους καθρέπτες, να γελάσετε με τους παραμορφωτικούς μας, δε σας δίχνει κανείς όπως πραγματικά είστε. Περάστε και αφήστε τον οβολό σας στο κουτί των πληρωμών…
Ετσι λοιπόν… Εάν μιλήσει κανείς ευθέως, θάνατος τον περιμένει. Ελάτε στο τσίρκο… να σας ζεστάνουμε με ένα προβολέα, στο σημείο εκείνο σταθείτε, που πέφτει το φώς.

Συνεχίζεται...



Tuesday 25 October 2011

ΟΙ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΤΕΣ


ΟΙ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΤΕΣ


Μέσα από τα ξεθωριασμένα σύννεφα σαν σκουριασμένες κλειδαριές του φεγγαριού και της νύχτας, ξεπροβάλει ένας ήλιος, το κλειδί που ξεκλειδώνει την αναμονή μας...
Τα σκαλοπάτια υγρά, και κάθε βήμα μου βιαστικό…
Πάνω τους χτυπά με υπόκωφους ήχους σε μια απελπιστικά παλιά πόλη…
Σε ένα χώρο που δεν κινείται, κάθε στιγμή είναι η ίδια σαν φωνή που  μαγνητοφωνείται, επαναλαμβάνεται για τη στιγμή που διαρκεί μια ζωή,
Ο πρωινός Διαυγής-Αέρας σε λιβάδια εξορίας, ενοχλεί τα Daffodil όπως οι πέτρες που κάποτε έπεσαν πάνω σε κάποια άλλα…
Για να χτίσουν δρόμους, δρόμους που πατήθηκαν από ταξιδιώτες που ποτέ όμως δεν τους πρόσεξαν…
Δεν πρόσεξαν τους δρόμους…
Είχαν τα μάτια τους προσηλωμένα στον προορισμό τους…
Και όμως δεν πρόσεξαν ένα ολόκληρο ταξίδι, ένα άλλο προορισμό, τον πόνο και τον θάνατο…
Το ταξίδι της πέτρας από τον βράχο…
Ο προορισμός της κάτω από τα βήματά τους…
Τον πόνο των Daffodil
Και τον θάνατό τους…
Και αν οι πέτρες χαλάσουν κανείς τους δεν θα τις προσέξει…
Πέρα από τα Daffodil που θα βγουν από την υγρή φυλακή τους στον Διαυγή-Αέρα…
Τον Διαυγή-Αέρα που μεταφέρει πάνω από την θάλασσα, την αγάπη μου σε ένα μακρινό λιμάνι...
Που να είσαι σήμερα και με ποιόν να μιλάς;
Γιατί να χρειάζεται να ψάχνω στην ψυχή μου για να βρω τον λόγο που ψάχνω;
Επίχρυση δημιουργία ασφυκτιεί γύρω μου από την ελευθερία,
Που λίγοι σήμερα δεν φοβούνται, και η υγρασία συνεχίζει να παγώνει πάνω στο φλάουτο που κρατώ και που χρυσίζει σε μια έκλαμψη ζηλοτυπίας προς τον ήλιο…
Όταν θα μπορέσω να τρέξω χωρίς λόγο, θα τρέξω χωρίς πνοή…
Μα τώρα τρέχω γιατί ο ανατέλλων ήλιος ήταν κόκκινος…
Και οι σοφοί μιλούν για φωτιές…
Και οι προφήτες για οιωνούς…
Κάθε σπίτι αχνίζει στην ανταλλαγή ζωής με τον ήλιο…
Όλοι θα ζεσταθούν και σήμερα…


Το κοκκινόχωμα επιπλέει στον αέρα και λεκιάζει τους θνητούς…
Η καθαρή αντίληψη γεμίζει κόκκους άμμου…
Στις σκεπές κοράκια και πουλιά τρομαγμένα από τους ουρανούς…
Μια θάλασσα από συναισθήματα περιβάλλει τις κοιμισμένες νήσους…
Κάθε μαύρο σύννεφο που κρύβει τον ήλιο από τους σιωπηλούς αμνούς…
Περιμένει τον πολεμιστή με το σπαθί-χωρίς θήκη, μια δύναμη πάθους…
Και οι πύλες της πόλης κλειστές, για φίλους και εχθρούς…

Οι πέτρες που ποτέ δεν ακούν…
Και εμείς που ποτέ δεν τις ακούμε…
Δεν σημαίνει ότι δεν μιλούν….

Και ο άνεμος συνεχίζει το ταξίδι του στις Kirtle των θεών…
Καθώς η κοκαλιάρα κόρη μεταφέρει ζωή διαθέσιμη για ζωή…
Και ο Μαύρος-Κύκνος επιμένει να τραγουδά στη σιωπή των αμνών…
Έτσι ανάβει και η σημερινή μέρα, μια ίσως ακόμη στριφνή…
Οι κουρασμένοι ήρωες πλένουν τα πόδια τους στη ζέστη ακτινών…
Να ζεσταθεί το κρύο  δέρμα από την παγωνιά της νύχτας και η ψυχή…
Και ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού γυαλίζει την θαμπάδα των ακτινών…


  Οι πέτρες που ποτέ δεν ακούν…
Και εμείς που ποτέ δεν τις ακούμε…
Δεν σημαίνει ότι δεν συμφωνούν…

Το γρήγορο ποτάμι επιπλέει στο φως της καινούριας ημέρας….
Και ο άνεμος σφυρίζει σε ένα σπασμένο φλάουτο σε ξερά χορτάρια…
Η βορινή φωτιά δεν κάνει το ταξίδι του νεκρού ‘υπέρτατο πέρας’…
Και οι παλιοί λεν πως έβαφε κόκκινα τα παζάρια…
Και το δέντρο που έγινε λαούτο εκδικείται τους ξιφομάχους της πένας…
Κολλώντας τα όνειρά τους με το ρετσίνι από τις πληγές τους (κοντάρια)…
Και το θλιμμένο πρόσωπό της θυμάμαι μέσα από το θαμπό τζάμι της ημέρας…
Κοιτούσε την έξοδό μου από ένα μονοπάτι, άγνωστο, χωρίς χνάρια…

 Οι πέτρες που ποτέ δεν ακούν…
Και εμείς που ποτέ δεν τις τραγουδούμε…
Δεν σημαίνει ότι δεν το επιθυμούν…


Και η αλήθεια χωρίζει τους ερωτευμένους…
Όχι αυτούς που αγαπιούνται…
Αυτούς τους ενώνει, γιατί δεν είναι μια σύντομη τρέλα,
Είναι κάτι που είναι…
Υπάρχει, υπήρχε και θα υπάρχει…
Ενώ το ψέμα παίρνει υπόσταση μόνο για λίγες στιγμές,
Για να ομορφύνει, να απαλύνει, να αλλάξει…
Το ψέμα είναι μια μορφή μαγείας,
Όπως ο έρωτας….
Και η αγάπη είναι μια μορφή θεού…
Όπως ο κόσμος, η αλήθεια, η ελευθερία… η αγάπη…
Και η αγάπη είναι μια μορφή αλήθειας…
Γεφυρώνει αποστάσεις, ιδέες, ανθρώπους…
Είναι ιδέα, αλλά και τα πάντα…

Όταν θα περπατάς αυτούς τους δρόμους,
ΜΗ ΧΑΣΕΙΣ ΤΗΝ ΣΚΙΑ ΣΟΥ
Ακολούθα την όπου σε πάει…
Υγρή, σκληρή, εύπλαστη…
ΕΝΑ ΨΕΜΑ
Η αλήθεια της είσαι εσύ,
Που και συ αλλάζεις,
ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΚΑΘΑΡΗ ΑΛΗΘΕΙΑ
Η αλήθεια είναι το μυαλό σου…
Και όμως και αυτό αλλάζει…
ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΣΕ ΑΓΑΠΑ
Η πνοή της, το άγγιγμά της…
Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΗΣ
Και πάλι όχι…
Δεν τελειώνει ποτέ…

Κάποτε, όταν θα βρεις την αλήθεια…
Θα γίνει πιο περίπλοκη ώστε να συνεχίσεις να την ψάχνεις…
Και αυτό θα κάνεις…
ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΣΙΓΟΥΡΟΣ
όσο δεν σταματήσεις να είσαι ελεύθερος…
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Στάσου και άκου τις πέτρες…

Οι πέτρες που ποτέ δεν ακούν…
Και συ που ποτέ δεν σταματάς…
Δεν σημαίνει ότι δεν σου μιλούν…

Πάντα θα σου λεν τι βλέπουν στην ακινησία τους…

Καθώς σε ένα χρόνο που δεν κινείται,
Κάθε στιγμή είναι η ίδια…
Επαναλαμβάνεται για τη στιγμή που διαρκεί μια ζωή…



Gήμερα η μέρα που ξημέρωσε,
Γεννήθηκε σαν ατμός από τους αναστεναγμούς των ερωτευμένων στον πρωινό παγωμένο αέρα…
Και όμως, σήμερα και κάποιος άλλος γεννήθηκε.
Αργά το βράδυ, στην αλλαγή της μέρας.
Στη γιορτή του ήλιου…

Έχει σημασία η μέρα;
Σε άχρονα μονοπάτια κινούμαστε…
Σοφοί, προφήτες, πλούσιοι, φτωχοί, βλαμένοι…
Και γύρω… γύρω τριγυρνάν οι ψυχές μας.
Και το δρεπάνι του Δρυίδη στάζει από το χρυσό σημερινό φως, πάνω στον λευκό μανδύα…
Ένα ποτάμι γλυκό κρασί,
Στην ταβέρνα του δρόμου
Και έτρεξα στο δρόμο προς την πλατεία…
Να βρω το περιστέρι που πέταξε αργά από το δωμάτιό μου αυτό το ξημέρωμα…
Με το φλάουτο στο χέρι μου,
Να σφυρίζει στον αέρα που σκίζει το σώμα μου…
Στην πλατεία όπου κείτονται οι νεκροί νάρκισοι,
Και μαζεύουν την ψυχή τους οι τραυματίες της χθεσινής νύχτας…
Και γράφω τραγούδια μαζί τους…
Τα νυχτερινά σκοτάδια με αγκαλιάζουν,
Και οι φοβισμένες μας σκιές στα μάτια μας φωλιάζουν.
Κάθε στιγμή του Αυγούστου περνά κοντά μου.
Και οι φωνές μου πνίγονται, στη σιγανή μιλιά μου.
Οι βουβές αναμνήσεις δεν ξεφτίζουν…
Τα τραγούδια που δεν γράφω, εξατμίζονται,
Και οι νύχτες, μες στις μέρες συνοψίζονται…
Σε ένα τραγούδι που χαρίζεται…
Και με τον άνεμο, σε σένα που σε έχασα σε μακρινή γη,
Μεταφέρεται και στα πόδια σου στροβιλίζεται..

Πόσα όνειρα κάνουν έναν άνθρωπο να χαθεί;

Δεν ζει ο καθένας με τα όνειρά του…
Μόνο όσοι είναι δυνατοί να αντέξουν το γεγονός ότι τελειώνουν…
Και ποτέ δεν θα δουν το τέλος των ονείρων τους…
Έχω άραγε αυτή την δύναμη;

Οι μακρινοί ορίζοντες περιβάλλουν τα όνειρά μου…
Το να υποφέρει η συνείδησή σου από ένα σταυροδρόμι…
Ανάγκη για άλλες γαίες και άλλους τόπους…
Που κοιμούνται σε βορινούς ανέμους…

Και η μητέρα γη ετοιμάζει τους πρώιμους σπόρους,
Ενός μενεξεδιού φεγγαριού φως, πάνω από τα πιστεύω αυτού του τόπου…
Και δύει πίσω από ένα μαύρο βουνό που κρύβει την θέα…
Αλλά θα ήταν έτοιμα να θαφτούν μέσα στο φυλακισμένο μπουντρούμι της νύχτας…
Που –πιστεύω- θα μπορούσα μέσα του να επιζήσω από το βασανιστικό σωστό…

Αλλά η φωτιά αρπάζει την εξουσία και είναι μέρα.
Και εσείς φτιάχνετε για τους εαυτούς σας αυτοπαθή παιχνίδια.
Και κανείς δεν πετά μακριά…
Και όλοι μαθαίνετε το απόφθεγμα του παιχνιδιού…


‘Άσε με να σου δώσω ένα μέρος να μείνεις…
Και συ φαίνεσαι να πήγαινες σαν κι εμένα ένα κατηφορικό μονοπάτι στον ίδιο δρόμο…’

Σαν βαρύ μέταλλο που κυλά…
Ήταν ο παράξενος γέρος στην γωνιά…
Όταν τα μεσημέρια μας πλησιάζουν…
Τα κύτταρά μας αλαλάζουν…
Πείνα για την στιγμή μια ακόμη φορά…
Χωρίς να σε νοιάζει αν η επόμενη θα είναι κοντά…
Και αυτός ερχόταν από μακριά…
Τα χέρια του καμένα από την πάνω μεριά…
Τα μακριά του λευκά μαλλιά, σγουρά…
Οι μπότες καφέ δέρμα μα μαυρισμένο…
Και τα μάτια το ίδιο…
Τα μπράτσα δυνατά και το γένι καθαρό σαν την ψυχή και την αντίληψη…
Το να ξέρεις τι θες όταν τα φρύδια σμίγουν…
Όταν πειράζεις τις φωνητικές χορδές…
Και δεν θυμάμαι πώς και πότε μα μου μίλησε για τους περιπλανητές…