Tuesday 7 December 2010

29 Ιστορίες Στην Επαρχία





οσα γινανε

Με την κουρασμένη μου θωριά,
Κουρνιάζω ερείπιο στα ερείπια,
Και τριγυρνώ στα σπίτια κρυφά.
Εκεί που ποτέ δεν ανάβουν τα βράδια φωτιά,
Και η νύχτα την μέρα κυβερνά…

Κοιτώ έξω από του πύργου τη ματιά,
Και νιώθω την διαβρωμένη πέτρα του,
Να μου βρέχει τα μαλλιά…
Η βάση του απαλά το γρασίδι ακουμπά,
Σαν τις πέτρες στου πράσινου λιβαδιού,
Την ερημιά…
Νυχτώνει και μαύρα φαίνονται τα γυμνά κλαδιά…
Μολυβένιος ο ουρανός καθώς η νύχτα πέφτει εδώ…
Και στέλνει την παγωμένη ομίχλη…

Πως βρέθηκα εδώ…
Από μακριά τα φώτα ενός χωριού να κοιτώ…
Μα ποτέ να μη πλησιάζω…
Σαν το ροζ-ξωτικό…
Μόνος μου τριγυρνώ…
Γιατί με τη μάγισσα έκανα το λάθος να κοιμηθώ…

Πριν βρεθώ εδώ…
Ξεκίνησα από τα πενιχρά σκοτάδια της φωτεινής Πόλης την μέρα,
Επιμένει να ζει μια μεγάλη ανάγκη για φως.
Που ποτέ δεν έρχεται την μέρα…
Και στα σκοτεινά υπόγεια η εξουσία των αρχέγονων πόθων,
Διαλύει κάθε υποψία αβρότητας…

Διαμελισμένα βρίσκονται στο μυαλό μου,
Τα κομμάτια των ζώων…
Και τα περίεργα σοκάκια με τις απότομες στροφές,
Και τα μεγάλα φανάρια στους τοίχους,
Τρομάζουν τους διαβάτες…

Δεν υπάρχει φυγή αν μπλεχτείς στους δρόμους αυτής της Πόλης…

Προφήτες, μάγοι, μάντεις, επαναστάτες, σοφοί και ονειρευτές,
Περνούν τις ώρες τους στις πύλες της Πόλης,
Παρακολουθώντας τα καραβάνια να χάνονται στους ορίζοντες αυτής της γης,
Καθώς κουβαλούν την μοίρα τους…

Κάθε φυγή δύσκολη και αδύνατη…
Και οι σαύρες ζητούν υπακοή…

Βάζοντας κάθε βήμα μου, από πέτρα πάνω σε πέτρα,
Αναρωτιέμαι πόσο μακριά μπορώ να φτάσω…
Και πόσο μακριά είμαι ήδη…
Μέσα στους ορίζοντές μου,
Χάνονται οι γνώμες μου…
Και εκεί που κοιτούν τα μάτια μου,
Πληγώνονται και γυρνώ να κοιτάξω πάλι πίσω…

Τα παιδιά που γεννιούνται,
Ξέρουν πως μέσα στις επόμενες ώρες,
Θα ξεχάσουν πως ξέρανε ότι θα ξεχάσουν,
Πως ήξεραν.
Και η τρέλα που γεννά την τέχνη,
Γεμίζει ταξίδια την άβυσσο τα ψυχής…
Γεμίζει η Πόλη,
Με εικόνες από αλλού…
Και γέρνει πάνω στα χρόνια του ο γέρος στη γωνιά…
Και αν θα βρέξει τέτοιες μέρες,
Δεν θα νοιάξει ποτέ τον Αετό-Από-Μεταλλική-Πανοπλία…
Τίποτα δεν διαπερνά το σκληρό κέλυφος του κορμιού του…
Κάποτε ήταν ιππότης για την προστασία της πόλης…
Και τώρα, άλλος ένας ξεθωριασμένος ήρωας,
Που θα γυρίσει ίσως κάποτε στην Πόλη…

Τα μακρινά ταξίδια, δεν θυμίζουν στους ταξιδευτές τις άσχημες στιγμές…
Και αν τα βουνά περάσεις και στις θάλασσες πνιγείς,
Η ζωή που πέρασε, σου θυμίζει αυτά που θες να χάσεις…
Τα ξεχωριστά μονοπάτια και οι περιπέτειες που θα βρεις,
Σε δηλητηριασμένα κανάτια και πηγάδια, ξεψυχάς,
 Και η δύναμη της πτήσης, κυνηγά τον ζωντανό,
Στις άκρες της ντροπής…

Κάποτε στα Περίχωρα πήγε, για να βρει τους εχθρούς και της δικιάς του ζωής…

Και όσο και αν έψαξε, τίποτα δεν βρήκε…

Παρά μόνο συντρίμμια και μέσα τους κανείς…

Μα μέσα στον γυρισμό του,
Και χαμένος μέσα στην αναζήτηση…
Στο ντόλμεν του Βορινού-Δάσους,
Κάθισε…

Και τώρα θα έπρεπε να βρω…
Πως βρέθηκα εδώ…
Τι συνέβη στη ζωή μου.
Και οι δυνάμεις που σου αποκαλύπτουν,
Το τι έγινε,
Και το συναίσθημα,
Πως όλα είναι όπως θα έπρεπε να είναι…

Και επιμένεις τότε να ρωτάς…
Και οι απαντήσεις να έρχονται,
Τις στιγμές που η ατυχία,
Σε ρωτά, γιατί σκόνταψες πάνω της,
Και ποιος είσαι…
Και ποτέ σου δίνονται απαντήσεις,
Για την ζωή που άφησες πίσω,
Εκτός και αν ψάξεις στα μέρη που έζησες…
Και τότε καταδικάζεσαι να ζεις στο παρελθόν…
Και η ψυχή σου γυρνά την πλάτη,
Και η αλήθεια βρίσκεται κοντά,
Εκεί που βρίσκεται το κενό των απαντήσεων,
Και το υπέρτατο ψέμα…
‘’Το ποιο αμυδρό φως,
Μπορείς να το δεις,
Μόνο μέσα στο απόλυτο σκοτάδι…
Εκεί μέσα πρέπει να το ψάξεις.’’

‘’Και θα αφήσω πίσω τον χρόνο να με κοιτά στην πλάτη.
Μέσα μου τις αλήθειες θα αφήσω.
Και θα περιμένω να με πυροβολήσουν με ένα δάκρυ.
Το κουφάρι μου, τότε, θα πενθήσω…
Και τότε ίσως βγω στης μοίρας την άκρη.
Σαν την σαρκοφάγα ορχιδέα θα ανθίσω,
Να γίνει το σώμα μου μια θανατηφόρα νάρκη.’’

Στο μυαλό μου, στον αέρα.
Στου ξεθωριασμένου-ήρωα τις σκέψεις,
Που άλλοτε δικές μου ήταν…
Μπήκαν της μάγισσας τα λόγια,
Μέσα στην δικιά μου τρέλα…
Σαν των ονείρων τις πρωινές παράξενες επισκέψεις…

Και κάτω από το ντόλμεν, στου φεγγαριού την σκιά,
Με την μάγισσα αντάλλαξα φιλιά…
Να στάζει η σιωπή πάνω μας,
Και να ακούγεται η φαντασία να σκουντουφλά,
Από βράχο πάνω σε βελανιδιά…
Μέσα στο μυαλό μου ψιθύρισε,
Και μια υπόνοια ότι ο ψίθυρος για πολλούς αιώνες μιλά.
Κλεισμένες αναμνήσεις σε ένα σώμα σμιλευμένο με ομορφιά…
 Και εικόνες περίεργες είδα…
Μέσα από των φιλιών της την φωτιά,
Και των χεριών της τη ανοιχτή αγκαλιά…

Είδα τα νεκρά βλαστάρια να αποσυντίθενται στον ήλιο…
Χρόνια να περνούνε χωρίς οι βρεγμένες, παγωμένες πέτρες να καλύπτονται με βρύα. Οι μεγάλες βελανιδιές σπίτι κάνουν τα βελανίδια τους, για τις προνύμφες των εντόμων… Και εκεί που νομίζεις πως η ζωή είναι προστατευμένη, άλλα έντομα καρφώνουν με μεταλλικά κοντάρια, σύριγγες, μέσα από τα σκληρά βελανίδια στη κοιλιά τις προνύμφες για να εκχύσουν τις δικές τους…

Είδα τα βροχερά λιβάδια, την άνοιξη να μην στεγνώνουν στον ήλιο…
Οι βορινές βροχές ξυπνούν τους πόθους για ζωή, και η πρώιμη άνοιξη του Φεβρουαρίου να ξυπνά την εκδίκηση της μάγισσας…
 Γιατί τον πόνο είδα ενός μοναχικού παιδιού που χάνει το ζώο που έχει σαν σύντροφο στο παιχνίδι.

Είδα ένα κουτί παιχνιδιών, που το ξύλο του είχε καεί από την αλμύρα,
Σαν να έκανε πολλά θαλασσινά ταξίδια…
Και η πολυχρωμία του να έχει ξεθωριάσει,
Σαν να έμεινε χαμένο καιρό σε ερήμους άγνωστους στους ανθρώπους…
Και πάνω του μέσα στο κάθε πλαίσιό του, ένα Daffodil σκαλισμένο,
Σαν κάποιος να το κατασκεύασε με την φροντίδα πως θα περνούσε τόσα…
Και εκεί που το μυαλό μου έφτανε να ζητά με πόθο να δει τι κρύβεται μέσα, ένα συναίσθημα το σταματά, όπως αυτό που σε εμποδίζει να ανοίξεις οτιδήποτε παλιό, οτιδήποτε ιερό, ένα τύμβο…

Σκιές πετούν πάνω από τα κεφάλια μας στο σκοτάδι,
Και όνειρα μουσικά ακούμε,
Καθώς πάνω μας την σκιά του ρίχνει το φεγγάρι…
Το μέλλον μας στο παρελθόν δημιουργούμε,
Στο μουχλιασμένο του ναυτικού και οδοιπόρου παξιμάδι…
Μέσα από τις φωτιές μας επιζούμε,
Σαν τη ζωή του φοίνικα, αναγέννησης σημάδι…
 Μέσα από τις σιωπές, τις κραυγές μας ανακτούμε,
Σαν το παιδί που έπεσε μέσα στο βαθύ πηγάδι…
Μέσα στις τραγωδίες, την αυτοκαταστροφή αναζητούμε,
Στην όμορφη προσωπίδα του χρόνου ένα ψεγάδι…
Πάνω από πέτρινες γέφυρες, τους βάλτους περνούμε,
Μακριά κάνω την ζωή, πέρα σε κάθε αγάπης χάδι…

Ακούω μακριά κάποια τύμπανα να ηχούν,
Μέσα από τις πνοές των φλάουτων,
Άκου τον αέρα να παίζει μελωδίες που οι άνθρωποι ξεχνούν,

Σαν τις μορφές των ανθρώπων που οι ίδιοι λέγαν πως αγαπούν…
Σκηνές σήψης κάτω στα αγριόχορτα,
Πνιγμένες ανάγκες μέσα από στέρνες μας αναζητούν…

Και το σύμπαν όλο ένα μάτι, τα αστέρια μας κοιτούν…
Μια στιγμή του ανέμου,
Και μπροστά στην λήθη οι θάνατοί μας ωχρειούν…

Και ποιόν θάνατο να ζητήσω μέσα στον θάνατο που ήδη ζω;
Οι φόβοι μου γίναν απλήρωτα εμπορεύματα στα κόκκινα παζάρια των παλιών…
Και τα ερπετά της λήθης σε κυκλώνουν και σου ρίχνουν το δηλητήριό τους στο νερό…
Και τίποτα δεν μπορεί να σε γλιτώσει…
Στο τέλος βλέπεις τον εαυτό σου να μετατρέπεται σε κλέφτη ή σοφό…
Και η ζωή θαμμένη στους βάλτους της μακρινής γης του ονείρου…
Και τώρα κοιτώ τον εαυτό μου στον καθρέπτη του θανάτου…
Και τα μουχλιασμένα σπαρτά μου,
Θα χαθούν πριν προλάβω να τα θερίσω…

Με την κουρασμένη μου θωριά,
Κουρνιάζω ερείπιο στα ερείπια,
Και τριγυρνώ στα σπίτια κρυφά.
Εκεί που ποτέ δεν ανάβουν τα βράδια φωτιά,
Και η νύχτα την μέρα κυβερνά…

>

No comments:

Post a Comment